lixlex

English (United Kingdom)
Αρχική ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ Ο μονοπωλιακός συνδικαλισμός και η ωφελιμότητά του
Ο μονοπωλιακός συνδικαλισμός και η ωφελιμότητά του

http://www.booksreview.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=108:-17-2011&catid=49:-17-2011&Itemid=55

Από τον ΙΩΑΝΝΗ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗ

ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΩΦΕΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ;

Ακόμη και η ίδια η διατύπωση του ερωτήματος ηχεί ως ύβρις.

Στερεότυπα δεκαετιών έχουν εγκαθιδρύσει την αδιαπραγμάτευτη πεποίθηση ότι η συνδικαλιστική δράση είναι συστατικό στοιχείο της προόδου των εργαζομένων και διηνεκής κινητήρια δύναμη της βελτίωσης των αποδοχών και των λοιπών όρων εργασίας τους.

Tα συνδικάτα, με τη συνέργεια του Κράτους, έχουν καταφέρει να πείσουν τους εργαζόμενους και σε μεγάλο βαθμό τους πολίτες, ακόμη και πολλούς από αυτούς που πλήττονται βάναυσα από τη δράση τους (άνεργους και άλλες επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες), ότι υπερασπιζόμενα την εργατική τάξη εκφράζουν ταυτόχρονα το «γενικό καλό» και ότι η θεσμική και νομοθετική ενίσχυση της δράσης τους ενεργεί θετικά προς τη βελτίωση της «κοινωνικής δικαιοσύνης».

Στην πραγματικότητα, το κυρίαρχο μοντέλο συνδικαλισμού, πάνω και πέρα από κάθε αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, παρεμβαίνει αυθαίρετα στη διαμόρφωση των αμοιβών και των λοιπών όρων εργασίας, υπονομεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και αποτελεί μια από τις πλέον άκαμπτες μορφές μονοπωλιακής παρέμβασης στη διαμόρφωση των τιμών των προϊόντων και στην αγορά εργασίας. Έτσι, μολονότι καλλιεργείται η ψευδής εντύπωση ότι η συνδικαλιστική δράση έχει ως συνέπεια τη βελτίωση του γενικού καθεστώτος των εργαζομένων, εν τέλει, όπως και οι λοιπές μορφές μονοπωλιακών παρεμβάσεων, εμποδίζει την μείωση των τιμών, λειτουργεί σε βάρος της θετικής εξέλιξης της παραγωγικότητας και της απασχόλησης, υπονομεύοντας μεσο-μακροπρόθεσμα την ασφάλεια των θέσεων εργασίας των εκάστοτε απασχολουμένων και μειώνει την προσδοκία απασχόλησης των εκτός εργασίας ευρισκόμενων[1].

Η αντίληψη της οργανωμένης «προστασίας του επαγγέλματος» (με την έννοια της εξασφάλισης όσων ήδη κατέχουν θέση στο επάγγελμα και του αποκλεισμού εισόδου σ’ αυτό τρίτων με κάθε τρόπο), από την οποία διαπνέονταν οι μεσαιωνικές συντεχνιακές συσσωματώσεις, επιβίωσε σε ένα σημαντικό βαθμό στην οργανωτική και διεκδικητική αντίληψη των εργατικών και λοιπών επαγγελματικών οργανώσεων[2], οι οποίες, κατά το διάβα των δύο προηγούμενων αιώνων, σχηματίστηκαν αξιοποιώντας την «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι»[3]. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η κορπορατίστικη αυτή αντίληψη εισχώρησε σταδιακά στα εργατικά συνδικάτα, τα οποία, διεμβολισμένα σε μεγάλο βαθμό από σοσιαλιστικές ιδέες, θρυμμάτισαν ολοκληρωτικά τα όποια αρχικά φιλελεύθερα χαρακτηριστικά τους και, απαιτώντας από το Κράτος να αναδιανέμει τον πλούτο και να εγγυάται την «κοινωνική προστασία», κατέληξαν στην πλήρη υιοθέτηση κρατικίστικων και μονοπωλιακών αντιλήψεων, από τις οποίες μέχρι σήμερα διαπνέονται groupe de pression à vocation redistributivegroupe de pression à vocation redistributive[4]. Εάν βέβαια καταφέρει να δραπετεύσει κανείς από το «μυστικιστικό» θάμπος των στερεοτύπων περί προάσπισης του καθεστώτος αμοιβής των εργαζομένων και τα περί προαγωγής του «γενικού καλού», η προσγείωση στην πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα σκληρή.

Καταρχήν, τα «συνδικάτα» εργαζομένων (αλλά και κάθε είδους συσσωματώσεις επαγγελματιών), προσηλωμένα στη συντεχνιακή αντίληψη προστασίας των μελών τους, αδιαφορούν, ενσυνείδητα ή ασυνείδητα, για τη μοίρα όσων βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας ή όσων δεν είναι μέλη τους. Στο όνομα της προστασίας των συμφερόντων των «insiders», η διατήρηση των «outsiders» εκτός αγοράς εργασίας ή η υπονόμευση ατομικών πρωτοβουλιών για τη βελτίωση των αμοιβών εργασίας αποτελεί βασικό στόχο ή αναπόφευκτο αποτέλεσμα των συνδικαλιστικών πρακτικών. Κινητήρια δύναμη της διατήρησης και ενίσχυσης του συντεχνιακού αυτού συνδικαλισμού είναι το Κράτος, το οποίο, με νομοθετικές παρεμβάσεις απονέμει ειδικά προνόμια στα συνδικάτα και τους εκπροσώπους τους, ενώ με εκδηλώσεις ανοχής ή/και αφανούς υποκίνησης (εδώ, πρωτεύουσα ασφαλώς θέση κρατούν οι κομματικοί οργανισμοί) υποδαυλίζει έκνομες συνδικαλιστικές πρακτικές.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι εργαζόμενοι εμποδίζονται ή αποθαρρύνονται να ασκήσουν την αποθετική (αρνητική) ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι, όσοι δε αμφισβητούν τις συνδικαλιστικές μεθόδους και πρακτικές απομονώνονται ή διστάζουν να εκφραστούν από το φόβο ότι θα χαρακτηρισθούν «υπηρέτες των αφεντικών». Άλλωστε πολλοί εργαζόμενοι, με την πεποίθηση ότι θα πετύχουν καλύτερες αποδοχές και όρους εργασίας, εξαπατούνται και προσφέρουν στα συνδικάτα εξουσία ισχυρής παρέμβασης, χωρίς όμως να συνειδητοποιούν ότι η εξουσία αυτή περιορίζει μεσο-μακροπρόθεσμα την οικονομική ανάπτυξη και ότι ουσιαστικά στρέφεται κατά των ιδίων και κατά των παιδιών τους που ψάχνουν ή θα ψάξουν ματαίως να βρουν εργασία.

Στο πλαίσιο της παρέμβασής τους, τα συνδικάτα, με νόμιμες διαδικασίες (απεργίες, συλλογικές συμβάσεις) ή με παράνομες ενέργειες και εξωθεσμικούς τρόπους (παράνομες απεργίες, καταλήψεις επιχειρήσεων, εισβολές σε δημόσιους χώρους, παρεμποδίσεις λειτουργίας εταιρικών οργάνων, κ.ο.κ.), πιέζουν και συχνά επιβάλλουν στις επιχειρήσεις να καταβάλλουν στα μέλη τους μισθό ανώτερο από τον ανταγωνιστικό μισθό, δηλαδή μισθό μεγαλύτερο από αυτόν που οι επιχειρήσεις αντέχουν. Επίσης, θέλοντας να προωθήσουν όσο το δυνατό περισσότερο τη μονοπωλιακή τους θέση, αγωνίζονται λυσσωδώς για τον περιορισμό του «διευθυντικού δικαιώματος», δηλαδή της ευχέρειας του εργοδότη να οργανώνει την εργασία με τρόπο που θεωρεί παραγωγικότερο και απαιτούν να έχουν το ρόλο του αναγκαίου ενδιάμεσου μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων. Μπορεί όμως να αμφισβητηθεί ότι κάθε επίπεδο αμοιβής μεγαλύτερο από αυτό της οριακής παραγωγικότητας του κάθε εργαζόμενου καθιστά την επιχείρηση λιγότερο ανταγωνιστική; Μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας μια επιχείρησης θα την οδηγήσει αργά ή γρήγορα στην εξαφάνιση ή στη μείωση του προσωπικού της ή στη «μετακόμιση» της δράσης της σε περιβάλλον χωρίς ή με λιγότερο μονοπωλιακό συνδικαλισμό;

Η επίτευξη αδικαιολόγητων μισθολογικών αυξήσεων υπό την πίεση των συνδικάτων αποτελούν βασικές αιτίες ενός πληθωριστικού σπιράλ που έχει προφανώς αρνητική επίπτωση στη σταθεροποίηση των τιμών, παγιώνει δομές αναχρονισμού και διατηρεί επαγγέλματα, κλάδους και υπηρεσίες χωρίς οικονομική και κοινωνική ωφελιμότητα[5]. Η αύξηση των αμοιβών μέσω των συνδικαλιστικών πιέσεων (restrictionism) καθώς και η συρρίκνωση του διευθυντικού δικαιώματος υπονομεύουν τις προσπάθειες βελτίωσης της παραγωγικότητας κάθε μεμονωμένου εργαζόμενου, δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό διαμορφώνονται συνειδήσεις αδιάφορες για τη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης και ενισχύονται πεποιθήσεις ότι η μισθολογική καλυτέρευση θα επέλθει έτσι κι αλλιώς με τη συνδικαλιστική παρέμβαση που λειτουργεί ως από μηχανής θεός. Η «δημοσιοϋπαλληλική» αυτή αντίληψη καθιστά τους εργαζόμενους αμέτοχους στις επιχειρησιακές ανάγκες, αδυνατίζει οποιαδήποτε διάθεσή τους για πρόσθετη κατάρτιση ή επανεκπαίδευση, τους καθιστά εντελώς αδιάφορους ως προς την ανάγκη βελτίωσης των δεξιοτήτων τους και συνεπώς «απροσάρμοστους» σε κάθε είδους επαγγελματική αλλαγή.

Εάν λοιπόν κάποιοι εργαζόμενοι κερδίζουν ευκαιριακά υψηλούς μισθούς εξαιτίας της παρέμβασης ενός συνδικάτου και όχι λόγω της παραγωγικότητάς τους, κάποιοι άλλοι εργαζόμενοι, που απολύονται ή διατηρούνται εκτός αγοράς εργασίας λόγω της αδικαιολόγητης ανόδου του εργασιακού κόστους, χάνουν εισοδήματα που διαφορετικά θα μπορούσαν να κερδίζουν. Βρισκόμαστε εδώ μπροστά στη «θυσία» μιας σημαντικής μερίδας εργαζομένων, δηλαδή αυτών που απολυόμενοι εισέρχονται στην ανεργία και εκείνων που λόγω του περιορισμού των προσλήψεων διατηρούνται στην ανεργία (καταστροφή δυνητικών θέσεων εργασίας), υπέρ μιας άλλης προνομιούχου μερίδας εργαζομένων που ωφελείται πρόσκαιρα από τη συνδικαλιστική παρέμβαση. Επίσης, οι εργαζόμενοι που ως απόρροια των συνδικαλιστικών παρεμβάσεων προστίθενται στο στρατό των ανέργων, αυξάνουν την προσφορά εργασίας, δημιουργώντας έτσι συνθήκες για μειώσεις των αποδοχών σε άλλες επιχειρήσεις ή παραγωγικούς κλάδους. Τέλος, ακόμη και όσοι εργαζόμενοι μοιάζει να είναι κάποια στιγμή κερδισμένοι λόγω της συνδικαλιστικά επιβαλλόμενης αύξησης των αποδοχών τους, είναι πολύ πιθανό ότι κάποια άλλη, όχι πολύ μακρινή, στιγμή να χάσουν τα πάντα με τη βίαιη μετατόπισή τους εκτός αγοράς εργασίας, αφού είναι σφόδρα πιθανό η επιχείρηση να κλείσει ή να περιορίσει δραστικά το ανθρώπινο δυναμικό της προκειμένου να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος εργασίας που την οδηγεί εκτός ανταγωνισμού[6].

Είναι λοιπόν φανερό ότι όσο περισσότερο τα συνδικάτα εντείνουν τις συντεχνιακές και μονοπωλιακές πρακτικές τους για την επίτευξη αμοιβών πέραν της παραγωγικότητας και εκτός ανταγωνιστικής λογικής, τόσο μεγαλύτερες ομάδες πολιτών διατηρούνται ή ωθούνται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα χθεσινοί εργαζόμενοι, μέλη ή όχι των συνδικάτων να καθίστανται σημερινοί άνεργοι ή να εκδιώκονται προς εργασίες πολύ λιγότερο αμειβόμενες από ό,τι θα μπορούσαν να πετύχουν με βάση τα προσόντα τους (μορφωτικά και πείρα). Όπως εύστοχα σημειώνεται, ένα συνδικάτο δεν μπορεί να πετύχει βελτίωση των κατωτάτων ορίων των αποδοχών για τα μέλη του παρά μόνο σε βάρος των αποδοχών άλλων εργαζομένων της οικονομίας ή, ακόμη χειρότερα, με την μακροχρόνια εκδίωξη εκτός αγοράς εργασίας (ανεργία) μαζών πολιτών που αναζητούν εργασία χωρίς να το πετυχαίνουν[7].

Η ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ

Όσο και εάν φαίνεται παράδοξο, ενώ από τη μια μεριά τα συνδικάτα αξιώνουν από την έννομη τάξη τον ύψιστο σεβασμό και τη διαρκή αύξηση των προνομίων τους, τα ίδια συμπεριφέρονται με πλήρη απαξίωση του νόμου και των δικαιωμάτων όλων των άλλων πολιτών. Εδώ ισχύει σχεδόν απόλυτα η έκφραση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σας δικά μου». Απέναντι στα συνδικάτα αυτά, οι γενικοί κανόνες του δικαίου είτε δεν είναι εφαρμοστέοι (εξαιτίας των υπερβολικών προνομίων που απολαμβάνουν), είτε οι νόμοι δεν εφαρμόζονται de facto, λόγω της αφόρητης ανεκτικότητας αν όχι συνέργειας των αρχών[8].

Συγκεκριμένα, μια σειρά από παράνομες συμπεριφορές, όπως καταλήψεις των χώρων εργασίας, αυθαίρετες εν ώρα εργασίας εισβολές στις επιχειρήσεις συνδικαλιστικών εκπροσώπων ή κάθε είδους «αλληλέγγυων» (κατά κανόνα εγκάθετων πολιτικών κομμάτων) υπό το πρόσχημα της ενημέρωσης των εργαζομένων, εκβιασμένη παρεμπόδιση εισόδου των μη απεργούντων και των συναλλασσομένων με την επιχείρηση στο χώρο εργασίας, παρεμπόδιση λειτουργίας των οργάνων διοίκησης της εταιρείας, όπως Διευθυνόντων Συμβούλων, Διοικητικών Συμβουλίων ή γενικών συνελεύσεων μετόχων, πιέσεις φυσικές ή/και ηθικές σε μη συνδικαλισμένους και σε στελέχη της επιχείρησης, κ.ο.κ., αντιμετωπίζονται κατά κανόνα από την πολιτεία και τα ταγμένα για την υπεράσπιση του νόμου και της τάξης όργανα ως εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που δικαιολογούνται από το εύλογο συνδικαλιστικό ενδιαφέρον.

Πάνω στην ίδια αντίληψη κινούνται οι συμπεριφορές των συνδικάτων, ιδίως αυτών που λειτουργούν στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (ΔΕΚΟ και Δημόσιο), απέναντι στη λοιπή κοινωνία. Ιδίως στη χώρα μας έχουμε φθάσει στο σημείο να μην έχει πλέον καμία σημασία εάν μια απεργία είναι νόμιμη ή παράνομη, αφού και στις δύο περιπτώσεις πραγματοποιείται ανεμπόδιστα, ενώ ακόμη και στις δικαστικώς αναγνωρισμένες παράνομες απεργίες δεν υπάρχει καμία ουσιαστική συνέπεια εις βάρος των απεργούντων εργαζομένων και ιδίως εις βάρος των συνδικαλιστών που τους παρασύρουν. Μάλιστα, αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης που αναγνωρίζει το παράνομο μιας απεργίας, το ίδιο συνδικάτο κηρύσσει μια νέα απεργία με τα ίδια αιτήματα και με τις ίδιες παράνομες και αθέμιτες μεθοδεύσεις, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα το δικαστήριο ότι «καταργεί την απεργία»[9] και τον εργοδότη ότι «ποινικοποιεί» τον αγώνα των εργαζομένων.


Οι έννοιες του παράνομου και του αθέμιτου έχουν χάσει πλέον κάθε απαξιωτικό χαρακτήρα, αντίθετα οι σχετικές ενέργειες συνιστούν «τίτλο τιμής» για τους επαγγελματίες συνδικαλιστές. Έτσι, αποτελεί κανόνα στις ΔΕΚΟ και στο Δημόσιο οι απεργίες και οι στάσεις εργασίας να κηρύσσονται αιφνιδιαστικά (κατά παράβαση ρητής νομοθετικής υποχρέωσης για τετραήμερη προειδοποίηση), με αποτέλεσμα την αφάνταστη ταλαιπωρία των πολιτών, η υποχρέωση διάθεσης από τα συνδικάτα «προσωπικού ασφαλείας» υφίσταται μόνο στα χαρτιά, ενώ η πρακτική να πραγματοποιούνται οι Γενικές Συνελεύσεις των συνδικάτων των ΔΕΚΟ και του Δημοσίου κατά τον εργάσιμο χρόνο αποτελεί πλέον αδιαπραγμάτευτο κανόνα.

Πλέον αυτών, ενώ το Σύνταγμα μιλά για απεργιακό «δικαίωμα», η κυρίαρχη συνδικαλιστική πρακτική έχει καταστήσει υποχρεωτική τη συμμετοχή των εργαζομένων σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Σ’ αυτό, εκτός από τις συνδικαλιστικές συμπεριφορές (αποκλεισμός εισόδων επιχειρήσεων, προπηλακισμός όσων επιθυμούν να εργαστούν κ.λπ.), βοηθούν αποφασιστικά τα ΜΜΕ («ρολά κατεβάζουν οι Τράπεζες»), αλλά και οι διοικήσεις των ΔΕΚΟ που συνήθως συνεργάζονται αν όχι υποτάσσονται στα συνδικάτα. Είναι σύνηθες το φαινόμενο η πραγματοποίηση των απεργιών να ανακοινώνεται επισήμως από τις δημόσιες επιχειρήσεις (πόσες φορές δεν βλέπουμε στα εκράν ανακοινώσεων του μετρό ότι την τάδε ημέρα «δεν θα λειτουργήσει» λόγω απεργίας του προσωπικού;)[10].

Η συνενοχή του κράτους στην ανάπτυξη των παράνομων και αντικοινωνικών αυτών πρακτικών είναι εμφανέστατη και συχνά προκλητική, ενώ πολλές φορές η ανεκτική στάση των διωκτικών αρχών (ιδίως εισαγγελίας, αστυνομίας) και της δικαιοσύνης δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί. Οι παράνομες συνδικαλιστικές πρακτικές απολαμβάνουν παγίως της σιωπηρής ανοχής εκ μέρους της δημόσιας αρχής, είτε όταν τα συνδικάτα εξαναγκάζουν εργαζόμενους να συμμετάσχουν σε απεργίες κλείνοντας τις εισόδους των επιχειρήσεων (picketing), πολλές φορές μετερχόμενα σωματικής βίας σε όσους επιθυμούν να εργαστούν, προσάπτοντάς τους τη μομφή του «απεργοσπάστη» (strike-breakers). Και όμως, για την ανοχή του κράτους απέναντι στις παράνομες, αθέμιτες και αντικοινωνικές συνδικαλιστικές συμπεριφορές υπάρχει δικαιολογία. Τα συνδικάτα, όσο και αδύναμα και εάν είναι αριθμητικά, εξυπηρετούν τα κομματικά κατεστημένα με τα οποία είναι στενά συνδεδεμένα, λειτουργώντας για λογαριασμό τους ως ομάδες πίεσης και ως αποτελεσματικοί «διαμορφωτές γνώμης» (opinion leadership).

Είναι προφανές λοιπόν ότι η μόνη πραγματική «ωφελιμότητα» των συνδικάτων στις ημέρες μας είναι αφενός η διαιώνιση των προνομίων των επαγγελματιών συνδικαλιστών και αφετέρου η εξυπηρέτηση της πολιτικής των κομμάτων με τα οποία είναι συνδεδεμένα. Για την επίτευξη των στόχων αυτών ελάχιστη σημασία έχει εάν διαθέτουν αξιόλογο αριθμό μελών. Η πηγή της δύναμής τους βρίσκεται ιδίως στην κανονιστική τους «υπερτίμηση» από το εργατικό δίκαιο, στην προκλητική ανοχή του Κράτους απέναντι στις οποιεσδήποτε έκνομες και αντικοινωνικές ενέργειές τους, αλλά και σε κάθε άλλου είδους δημόσια αρωγή και χρηματοδότηση, εμφανώς μέσω διαφόρων προνομίων και κρατικών επιχορηγήσεων ή αφανώς με αθέμιτες συναλλαγές, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω. Είναι προφανές ότι οι κομματικοί μηχανισμοί με εργαλείο τον συντεχνιακό συνδικαλισμό θυσιάζουν την «κοινωνική ειρήνη» για ίδιον όφελος.

Στο πλαίσιο της ανοχής αυτής, αξιοσημείωτο είναι ότι τα συνδικάτα δεν υφίστανται κανενός είδους οικονομικό έλεγχο, με αποτέλεσμα η διαχείριση των οικονομικών δοσοληψιών τους να είναι εντελώς απροσπέλαστη. Ενώ πολλές συνδικαλιστικές οργανώσεις (ιδίως των ΔΕΚΟ) διαχειρίζονται τεράστια ποσά, δεν υπάρχει υποχρέωση γνωστοποίησης των πηγών χρηματοδότησης, δεν τηρούνται λογιστικά βιβλία[11], δεν υπάρχει υποχρέωση δημοσίευσης ισολογισμών, η καταβολή συνδρομών μελών και άλλων πληρωμών δεν γίνεται με τρυπημένες αποδείξεις, ενώ η έννοια του «πόθεν έσχες» είναι παντελώς άγνωστη για τους επαγγελματίες συνδικαλιστές. Έτσι δημιουργείται ένα άριστο υπόβαθρο για την οργάνωση φωλεών εκκόλαψης παράνομων πλουτισμών και ένα εύφορο πεδίο ανάπτυξης κάθε είδους διαπλοκής και αθέμιτης συναλλαγής μεταξύ συνδικαλιστών, εργοδοτών, κομμάτων και άλλων φορέων συμφερόντων. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για τις χρηματοδοτήσεις συνδικαλιστικών οργανώσεων σε ΔΕΚΟ (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ κ.λπ.)[12] αποτελεί απτό παράδειγμα των συνεπειών της έλλειψης διαφάνειας και οποιουδήποτε εξωτερικού ελέγχου των οικονομικών των συνδικάτων.

Στη διαμόρφωση της κατάστασης αυτής, το εργατικό δίκαιο συμβάλλει τα μέγιστα, δημιουργώντας το πλαίσιο ενός κανονιστικά «σιδερόφρακτου» συνδικαλισμού. Οι σχετικές ρυθμίσεις εμπνέονται από την ιδέα ότι ο μεμονωμένος εργαζόμενος είναι παντελώς ανίκανος να διαχειριστεί οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το εργασιακό του καθεστώς, ότι κάθε εργοδότης που αντιστέκεται στις όποιες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις είναι εκ προοιμίου «ένοχος» και ότι ένα συνδικάτο δεν πρέπει να χάνει ποτέ σε μια απεργία[13]. Από τις ρυθμίσεις αυτές, μαζί με τη θέσπιση προνομίων που αποδίδουν απεριόριστη προστασία στα συνδικαλιστικά στελέχη[14], μεγεθύνεται τεχνηέντως το ειδικό βάρος των συνδικάτων σε σχέση με την πραγματική τους ισχύ[15]. «Υπεραξία» κατακτούν επίσης τα συνδικάτα και με τη νομοθετική έμμεση απαγόρευση της ρύθμισης των μισθών με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν της θέσπισης συλλογικών συμβάσεων (εδώ σημαντικό ρόλο παίζει και ο θεσμός της «επέκτασης» των σ.σ.ε.), με αποτέλεσμα οι μεμονωμένοι εργαζόμενοι να στερούνται ουσιαστικά της δυνατότητας να συμφωνούν ελεύθερα το μισθό τους.

Πέραν αυτών, η διατήρηση ασαφούς της διάκρισης μεταξύ νόμιμης και παράνομης απεργίας, η απαγόρευση της αντικατάστασης «απεργών» από άλλους διαθέσιμους στην αγορά εργαζόμενους και η απαγόρευση της ανταπεργίας έχουν ως συνέπεια σχεδόν το ακατανίκητο κάθε απεργιακής κινητοποίησης.Τη στιγμή κατά την οποία τα ίδια τα συνδικάτα αξιώνουν από τις επιχειρήσεις να αναπτύξουν «κοινωνική ευθύνη», τα ίδια διαπρέπουν σε παραβατικότητα και σε «κοινωνική ανευθυνότητα». Όμως σε μια ευνομούμενη κοινωνία, αφενός μεν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των πολιτών και των συλλογικών φορέων αυτών θα πρέπει να διαμορφώνονται με βάση την «αρχή της ισότητας», αφετέρου δε οι νόμοι και οι βασικές αρχές δικαίου θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Τα συνδικάτα δεν μπορούν να αποτελούν εξαίρεση.

[1] Βλ. ιδίως Friedrich A. Hayek, The Constitution of Liberty, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σ. 375 επ., Milton Friedman, Capitalism and Freedom, The University of Chicago, 1962, σ. 202 επ., Μάρκος Δραγούμης, Πορείαπροςτονφιλελευθερισμό, 22010, σ. 270 επ.

[2] Αναφερόμαστε και στα κάθε είδους εμφανή ή κεκαλυμμένα «συνδικάτα» ελεύθερων επαγγελματιών (γιατρών, δικηγόρων, συμβολαιογράφων, φαρμακοποιών κ.λπ.), ακόμη και στα συχνά κρατικίστικου προσανατολισμού εργοδοτικά συνδικάτα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν στη χώρα μας τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, η ΓΣΕΒΕΕ και η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, η οποία μάλιστα πρόσφατα (23.2.2011) κατέβηκε σε κοινή «απεργία» με τη ΓΣΕΕ (!!!).

[3] Η «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι» υποστηρίχθηκε σθεναρά και από την Καθολική Εκκλησία, ιδίως με την Εγκύκλιο Rerum novarum του Πάπα Λέοντος 13ου σχετικά με την κατάσταση των εργατών, που εκδόθηκε το 1891 (Jean-Yves Naudet, “Le syndicalisme dans la doctrine sociale de l’Eglise catholique”, in Guillaume Bernard et Jean-Pierre Deschodt, Lesforcessyndicalesfrançaises, idées, organisations, institutions, Coll. Major, PUF, Παρίσι 2009).

[4] Υπάρχουν βέβαια κάποιοι συνδικαλιστικοί οργανισμοί που διεκδικούν μια θέση στον φιλελεύθερο χώρο, όπως στο Βέλγιο η Centrale Générale des Syndicats Libéraux de Belgique (CGSLB). Επίσης στη Γαλλία, η Association pour l'Etude et la Création d'un Syndicat Professionnel Libre, μια νέα οργάνωση μισθωτών, η AECSPL (Association pour l'Etude et la Création d'un Syndicat Professionnel Libre) θεωρεί ότι «η πάλη των τάξεων δεν έχει καμία σημασία», αναγνωρίζει ότι «ο μισθωτός και ο εργοδότης δεν είναι ούτε εχθροί ούτε αντίπαλοι» και ότι «φαίνεται παράλογο να εμποδίζονται εργοδότης και εργαζόμενος να συνάπτουν ελεύθερα τη σύμβαση εργασίας που θεωρούν ότι τους ταιριάζει».

[5] Το ίδιο συμβαίνει και με τη διαμόρφωση τιμών υπηρεσιών με κανονιστικές παρεμβάσεις για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών συντεχνιών δικηγόρων, γιατρών, συμβολαιογράφων ή φαρμακοποιών.

[6] Milton Friedman, Capitalism and Freedom, The University of Chicago, 1962.

[7] Βλ. Murray Ν. Rothbard, Man, Economy, and State(σε γαλλική μετάφραση από Hervé de Quengo), Chap. 10ο, Monopole et concurrence, § 4, Les syndicats restreindre le prix du travail.

[8] Βλ. και Friedrich A. Hayek, ό.π., σ. 375 επ..

[9] Βλ. τίτλο σχετικού ρεπορτάζ στην εφημ. Ριζοσπάστης, 1.10.2010, που αναφέρεται στην κήρυξη της απεργίας της ΕΣΗΕΑ παράνομης.

[10] Βέβαια, έχουμε φθάσει να μη μας ξενίζουν ιδιαίτερα τέτοιες συμπεριφορές στο πλαίσιο ενός εννόμου συστήματος που ανέχεται να καταστρατηγούν οι ίδιοι οι δικαστές το Σύνταγμα βαφτίζοντας τις στάσεις εργασίας τους ως «κάθοδο από την έδρα». Αναφερόμαστε ιδίως στην πρόσφατη «απεργία» δικαστικών που πραγματοποιήθηκε την 10.3.2011 με τη συμμετοχή ακόμη και αρεοπαγιτών και άλλων ανώτατων εισαγγελικών λειτουργών, αν και στο άρθρο 23 § 2 του Συντάγματος ρητώς και σαφώς ορίζεται ότι «απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας» (!)

[11] Όταν ο Ριζοσπάστης ζητά (με παραπομπή σε σχετικό τσιτάτο του Λένιν) να έχουν πρόσβαση τα συνδικάτα στα λογιστικά βιβλία των επιχειρήσεων (φύλλο της 18.1.2000), ξεχνά ότι τα συνδικάτα δεν έχουν καν λογιστικά βιβλία (!).

[12] Το ότι οι επαγγελματίες συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ διατείνονται ότι πολλές από τις χρηματοδοτήσεις αυτές προβλέπονται με όρους επιχειρησιακών συμβάσεων, το μόνο που πιστοποιεί είναι ότι οι συλλογικές συμβάσεις παραβιάζουν τον Ν. 1264/1982 που απαγορεύει ρητώς τη χρηματοδότηση των συνδικάτων εκ μέρους του εργοδότη.

[13] Βλ. Sylvester Petro, The Kohler Strike. Union Violence and Administrative Law, Henry Regnery Co 1961, σ. 90.

[14] Εδώ εντάσσεται η απαλλαγή από την υποχρέωση παροχής εργασίας («συνδικαλιστικές άδειες»), η απαγόρευση απόλυσης συνδικαλιστικού στελέχους (ακόμη και εάν προβεί σε ποινικές παραβάσεις) κ.ο.κ.

[15] Π.χ. στη χώρα μας, σε μια επιχείρηση με κάποιες χιλιάδες προσωπικό, ένα σωματείο με 21 μέλη αναγνωρίζεται από τον νόμο αξιόπιστος συνομιλητής για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας και καθ’ όλα αρμόδιο για την κήρυξη απεργίας.

 

Επικοινωνία

Email:
Θέμα:
Μήνυμα: