lixlex

English (United Kingdom)
Αρχική ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ Οι εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα
Οι εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα

Άρθρο του ΙΩΑΝΝΗ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗ (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24.12.2010)

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_26/12/2010_426717

  Ήδη στο πρώτο κείμενο του Μνημονίου των αρχών του Μαΐου καλείται η κυβέρνηση να μεταρρυθμίσει το νομικό πλαίσιο για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος της Διαιτησίας Ταυτόχρονα αξιωνόταν να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να καταστούν πιο ευέλικτες οι σχέσεις εργασίας, προκειμένου να προωθηθεί η δημιουργία θέσεων απασχόλησης και να αντιμετωπιστεί η μακροχρόνια ανεργία.

Μετά ελάχιστες ημέρες, στο νόμο, που εκδόθηκε για την εφαρμογή του Μνημονίου, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων μια λιτή διάταξη η οποία, χωρίς περιστροφές, ορίζει ότι οι όροι των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων μπορούν να αποκλίνουν (και δυσμενέστερα) των κλαδικών και των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και οι όροι των κλαδικών μπορούν και αυτές να αποκλίνουν από τα οριζόμενα στις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Με τη διάταξη αυτή εγκαταλείπεται η ισοπεδωτική λογική της «ευνοϊκότητας» και εισάγεται στο ελληνικό σύστημα η «αρχή της αυτονομίας» μεταξύ των ειδών των συλλογικών συμβάσεων ‘ώστε να προσαρμόζονται οι ρυθμίσεις τους στις εκάστοτε ανάγκες και στις οικονομικές δυνατότητες κάθε διαπραγματευτικού επιπέδου.

Στη συνέχεια, όλως αντιφατικά, στα μέσα Μαΐου ψηφίζεται ένας νέος νόμος (αποτέλεσμα πολύμηνων διεργασιών που είχαν αρχίσει αμέσως μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία), ο οποίος σε μια σειρά από θέματα (μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία, προσωρινή απασχόληση, διαθεσιμότητα, διευθέτηση του χρόνου εργασίας κ.ο.κ.) περιλαμβάνει ρυθμίσεις με τις οποίες, προς πείσμα των αιτουμένων του Μνημονίου, εντείνεται η ακαμψία των εργασιακών σχέσεων. Κατά τα άλλα, ο νόμος αυτός αφήνει εκτός των ενδιαφερόντων του την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της διαιτησίας.

Στα μέσα Ιουλίου, ακολουθεί ο λίαν σημαντικός νόμος για τα ασφαλιστικά, στον οποίο προαναγγέλλεται η εντός τριών μηνών μεταρρύθμιση του τρόπου επίλυσης των συλλογικών διαφορών, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της Διαιτησίας. Ταυτόχρονα, γίνονται σοβαρές παρεμβάσεις στα θέματα των ομαδικών απολύσεων (αυξάνοντας τον επιτρεπτό αριθμό των απολυομένων), των ατομικών απολύσεων (μειώνοντας το κόστος αυτών), της υπερεργασίας και των υπερωριών (μειώνοντας επίσης το κόστος αυτών), της ετήσιας άδειας με αποδοχές (επιτρέποντας την κατάτμησή της με ειδικές προϋποθέσεις), ενώ θεσπίζονται προγράμματα απασχόλησης νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας και σύναψης συμβάσεων μαθητείας με αποδοχές κάτω της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

Το επικαιροποιημένο Μνημόνιο του Αυγούστου επιμένει και θέτει εκ νέου το αίτημα της αναδιάρθρωσης των συλλογικών διαφορών και της Διαιτησίας και προσθέτως αξιώνει την κατάργηση της «επέκτασης» των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων σε όσους δεν συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις. Μάλιστα, με περισσή αισιοδοξία, το νέο Μνημόνιο θέτει ως προθεσμία για την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων αυτών τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Ο ανασχηματισμός των αρχών του Σεπτεμβρίου και η αλλαγή στην ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας ανατρέπουν τους σχεδιασμούς του κ. Λοβέρδου και η νέα Υπουργός αρχίζει νέες υπέργειες και υπόγειες διαβουλεύσεις για το ζήτημα των συλλογικών διαφορών εργασίας και τη Διαιτησία, εν μέσω μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας καταστροφολογίας που φιλότιμα καλλιεργούν συνδικαλιστικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι. Φθάνουμε έτσι στο εκ νέου αναθεωρημένο Μνημόνιο του Νοεμβρίου, το οποίο, θέλοντας να πιέσει περισσότερο τα πράγματα, αναγγέλλει ότι «έχει ετοιμαστεί προσχέδιο νόμου για τη μεταρρύθμιση του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, που περιλαμβάνει και την κατάργηση της αυτόματης επέκτασης των κλαδικών συμφωνιών» και θέτει νέο deadline για την οριστικοποίηση των μέτρων αυτών μέχρι τέλους του έτους. Υπό τη νέα μνημονιακή πίεση, πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις «εγένετο νόμος», στο δεύτερο κεφάλαιο του οποίου περιέχεται μια δέσμη ρυθμίσεων επί διάφορων εργασιακών θεμάτων του ιδιωτικού τομέα.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να εντοπίσουμε τί καινούργιο φέρνουν οι ρυθμίσεις αυτές και σε ποιο βαθμό τηρήθηκαν οι δεσμεύσεις έναντι των αξιώσεων των τριών διαδοχικών μνημονιακών κειμένων. Οι ρυθμίσεις αυτές κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη αναφέρεται στις περιβόητες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις και γενικότερα την εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων, η δεύτερη στην αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαφορών και της Διαιτησίας και η τρίτη επανέρχεται στο ζήτημα της ευελιξίας των ατομικών σχέσεων εργασίας.

Ως προς το ζήτημα των επιχειρησιακών συμβάσεων μια και μόνο παρατήρηση αξίζει να κάνει κανείς: Με τη ρύθμιση αυτή, ουσιαστικά, γίνονται πολλά βήματα πίσω για να γίνει ένα  μετέωρο βήμα μπροστά. Και τούτο γιατί, ενώ ακυρώνεται η νομοθετική πρόβλεψη του Μαΐου που έθετε την «αρχή της αυτονομίας» των διαφόρων ειδών συλλογικών συμβάσεων μεταξύ τους, με βάση την οποία μπορούσε η επιχειρησιακή σ.σ.ε. να αποκλίνει από την κλαδική και την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και η κλαδική να αποκλίνει από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., εφευρίσκεται η λεγόμενη «ειδική επιχειρησιακή» συλλογική σύμβαση, ένα μόρφωμα αναποτελεσματικό, θνησιγενές, που δύσκολα θα μπορέσει να εφαρμοστεί στην πράξη. Θα λέγαμε πολύ φασαρία για το τίποτα. Το χειρότερο είναι ότι το «τίποτα» έρχεται να προστεθεί σε ένα ακόμη «τίποτα» που είναι η πανηγυρική παράβλεψη της κυβέρνησης να τηρήσει μια δεύτερη βασική υποχρέωσή της που είναι η κατάργηση της «επέκτασης» των κλαδικών συμβάσεων σε μη συνδικαλισμένους εργαζόμενους και εργοδότες. Ένα μέτρο που περιέργως οι οργανώσεις των μικρομεσαίων εργοδοτών καταπολέμησαν με ιδιαίτερο ζήλο, ενώ αποτελούν τα κύρια θύματά του.

Ως προς το ζήτημα της μεταρρύθμισης του νομικού πλαισίου επίλυσης των συλλογικών διαφορών (μεσολάβηση και διαιτησία), οι νέες ρυθμίσεις δεν προχωρούν σε θαρραλέα επίλυση του υφιστάμενου δομικού προβλήματος, που είναι η υποχρεωτικότητα της διαιτησίας και κατ’ αντανάκλαση της μεσολάβησης. Αν και οι νέες προβλέψεις βρίσκονται γενικώς εντός των προδιαγραφών του Μνημονίου και κινούνται προς μια θετική κατεύθυνση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης η νέα πρόβλεψη για απόδοση και στην εργοδοτική πλευρά της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (η οποία άλλωστε ήδη υπήρχε ως προς τις επιχειρησιακές διαφορές), ούτε οι αυτονόητες επισημάνσεις ότι οι υπηρεσίες μεσολάβησης και διαιτησίας θα πρέπει να βασίζονται στις αρχές της ορθής κρίσης και της αμεροληψίας. Σημαντική μεταρρύθμιση θα ήταν να καταστεί ο θεσμός της διαιτησίας συναινετικός, δηλαδή η εξίσωση των μερών να επέλθει με την άρση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία και στην εργατική πλευρά, όπως προέβλεπε το αποσυρθέν σχέδιο νόμου του κ. Λοβέρδου και όπως άλλωστε γίνεται σε όλο τον ελεύθερο κόσμο. Αντ’ αυτού, οι νέες περί συλλογικών διαφορών ρυθμίσεις διέπονται από τον συνήθη στα πρόσφατα ελληνικά νομοθετήματα άκρατο «βερμπαλισμό» και λειτουργούν ως απλά «μερεμέτια» που προσπαθούν να καλύψουν τις στρεβλώσεις της υποχρεωτικότητας.

Το τρίτο «πακέτο» παρεμβάσεων του νόμου ασχολείται με ζητήματα ατομικών σχέσεων εργασίας. Εδώ πράγματι περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που αποτελούν συνέχεια των όσων είχε καλύψει ο νόμος του Ιουλίου του κ. Λοβέρδου και θα λέγαμε ότι επιδεικνύεται θάρρος να περιορισθεί η ακατανόητη αύξηση της ακαμψίας των εργασιακών σχέσεων που είχαν επιφέρει τα νομοθετικά μέτρα του Μαΐου. Οι νέες αυτές παρεμβάσεις είναι οι πλέον ευθυγραμμισμένες προς το σκοπό που ήλθε να υπηρετήσει ο νόμος του Δεκεμβρίου και να καλύψει το συνεχώς επαναλαμβανόμενο αίτημα των διαδοχικών Μνημονίων για μεγαλύτερη ευελιξία στις ατομικές εργασιακές σχέσεις. Συγκεκριμένα, γίνονται πιο αποτελεσματικές οι ρυθμίσεις για την μερική απασχόληση και την εκ περιτροπής εργασία, περιορίζονται οι ακαμψίες στη χρήση της προσωρινής απασχόλησης και μεγεθύνεται η περίοδος της δοκιμαστικής απασχόλησης σε δώδεκα μήνες με αζήμια λύση της σύμβασης εντός αυτής. 

Έτσι, κλείνει ένας πρώτος κύκλος νομοθετικών μεταμνημονιακών παρεμβάσεων στις εργασιακές σχέσεις του ιδιωτικού τομέα, απομένει δε να δούμε την αποτελεσματικότητά τους στην πράξη. Είναι προφανές ότι η πραγματικότητα δεν έχει μάθει να περιμένει.

 

Επικοινωνία

Email:
Θέμα:
Μήνυμα: