lixlex

English (United Kingdom)
Αρχική ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ Οι "εποχές" της μισθωτής εργασίας
Οι "εποχές" της μισθωτής εργασίας

Από τον Ιωάννη Ληξουριώτη (Δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση THE ATHENS REVIEW OF BOOKS, Νοέμβριος 2010)

Μπορεί να υπάρξει «ένα» εργατικό δίκαιο με οικουμενικό και αναλλοίωτο διαχρονικό χαρακτήρα;

Ερώτημα που εάν το έθετε κανείς πριν τριάντα χρόνια θα κινδύνευε να συλληφθεί για διασπορά «αντεργατικής προπαγάνδας», σήμερα πλέον μπαίνει ανοικτά στο τραπέζι και δεν είναι λίγοι αυτοί που μιλάνε για «επαναπροσδιορισμό», «επανεφεύρεση», «μετατροπή» ή «επανασύλληψη»  ή για τον καθορισμό ενός «νέου προτύπου για το εργατικό δίκαιο»  ή για ένα εκκολαπτόμενο δίκαιο της «μεταβιομηχανικής εποχής» . Μάλιστα, για κάποιους μελετητές, το ερώτημα εμπεριέχει και τη διαπίστωση ή την αναγγελία του «θανάτου» του εργατικού δικαίου.

 

Ωστόσο, η παραπάνω συζήτηση αφήνει αδιάφορους κάποιους που βρίσκονται ριζωμένοι στην «αποκαλυπτική» λειτουργία του εργατικού δικαίου και που, με εμφανή «αποστολικό» ηθικό πατερναλισμό και άκρατο νομικό ηθικισμό, «κηρύσσουν» την αιωνιότητα των κανόνων του εργατικού δικαίου ή τουλάχιστον την ανάγκη της απαρασάλευτης διατήρησής τους μέχρι την επικράτηση της σοσιαλιστικής χίμαιρας.

Λίγη όμως ιστορία δεν βλάπτει. Το εργατικό δίκαιο δεν έρχεται από μακριά. Αποσκιρτημένο από το σώμα του «αστικού δικαίου», εμφανίζεται δειλά στις αρχές του 19ου αιώνα, υπό την πίεση της αναγκαιότητας να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες που δημιούργησε η εμφάνιση μιας νέας «ελεύθερης σχέσης εργασίας», της «σύμβασης εργασίας», αφού η ρωμαϊκής καταγωγής «σύμβαση μίσθωσης έργου» (locatio operarum), που παρέπεμπε σε μια κοινωνία οικιακής οικονομίας, αδυνατούσε πλέον να εξυπηρετήσει τις απαιτήσεις της βιομηχανικής απογείωσης.

Με τον τρόπο αυτό, αφενός απελευθερώθηκαν οι εργαζόμενοι από τους συντεχνιακούς βρόγχους, αποκτώντας δυνατότητα να αναζητούν ελεύθερα και ισότιμα μεταξύ τους εργασία (αρχές της ελευθερίας και της ισότητας), αφετέρου ρυθμίστηκε το ζήτημα της εξισορρόπησης των εξουσιών μεταξύ ελεύθερου μισθωτού και εργοδότη. Έτσι, σταδιακά, κατά το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, δημιουργήθηκε το «εργατικό δίκαιο».

Ιδού λοιπόν η συνύπαρξη στους κόλπους του ίδιου συστήματος της ιδέας της ελεύθερης συναλλαγής, φιλελεύθερης και ατομικιστικής έμπνευσης  και ταυτόχρονα της ιδέας της «εξάρτησης» του εργαζόμενου από έναν εργοδότη. Μπορεί ένα άτομο ελεύθερο να εξαρτάται από έναν ίσο του; Τίποτε το περίεργο, αφού είναι κάτι φυσικό στην κοινωνία των συναλλαγών, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ελεύθερης αγοράς να αναλαμβάνουμε κάποιες υποχρεώσεις έναντι κάποιων ωφελημάτων. Όπως ο εκμισθωτής μια κατοικίας ιδιοκτησίας ενός μισθωτού «εξαρτάται» αυτοβούλως από τον τελευταίο προκειμένου να καλύψει τις οικιστικές του ανάγκες, έτσι και ο μισθωτός, επίσης αυτοβούλως, «εξαρτάται» από τον εργοδότη του αποδεχόμενος να προσφέρει εργασία στο πλαίσιο ορισμένων υποχρεώσεων έναντι κάποιων απολαβών που του επιτρέπουν να ζει και να αναπτύσσεται.

Ωστόσο, το επιχείρημα της ανάγκης ύπαρξης ενός «δικαίου προστασίας» των μισθωτών εργαζομένων, που τέθηκε σαν αίτημα από τους φιλελεύθερους του 19ου αιώνα (question social) , υπό την επήρεια σοσιαλιστικών ιδεών και κρατιστικών παρεμβάσεων, σταδιακά απολυτοποιήθηκε και κατέληξε σε στρεβλώσεις που έχουν ως αποτέλεσμα να λειτουργεί πλέον το εργατικό δίκαιο ως μια μορφή δεσποτισμού στο χώρο της εργασίας και της οικονομίας και να ορθώνει σοβαρά εμπόδια στην εξέλιξη της κοινωνίας. Στο όνομα της εργασιακής «ασφάλειας», σχηματίστηκε σταδιακά ένα άκαμπτο εργατικό δίκαιο, είτε υπό τη μορφή του «νοικοκυρεμένου» αλλά άκρως πληθωρικού γαλλικού Κώδικα Εργασίας (Code de travail), είτε υπό τη δυσπλαστική μορφή του ελληνικού εργατικού δικαίου.

Την ίδια εποχή, δηλαδή τέλος του 19ου και πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, στο πλαίσιο της αναγνώρισης της γενικότερης άσκησης του «δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι», νομιμοποιήθηκαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και τοποθετήθηκαν με ίσους όρους με τους εργοδότες απέναντι στο κράτος, καθιστάμενες θεσμικοί κοινωνικοί συνομιλητές. Έτσι, από κοινού με τους εργοδότες, ανέλαβαν να ρυθμίζουν στο όνομα της «συλλογικής αυτονομίας» έναν μεγάλο μέρος των όρων αμοιβής και εργασίας των μελών τους, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τη ρητή αναγνώριση του δικαιώματος της απεργίας. Χρήσιμο είναι και πάλι να θυμίσουμε ότι, στη Γαλλία, οι Αιμίλιος Ολιβιέ (Emile Olivier) και Πιέρ Βαλντέκ-Ρουσσώ (Pierre Waldeck-Rousseau), που ο μεν πρώτος κατάργησε το αδίκημα του συνεταιρίζεσθαι και εμμέσως αναγνώρισε το δικαίωμα της απεργίας (1864) και ο δεύτερος επέτρεψε τη λειτουργία των συνδικάτων (1884), ήταν φιλελεύθεροι.

Ωστόσο, στη συνέχεια, κατά το διάβα του 20ου αιώνα, τα συνδικάτα, εκμεταλλευόμενα στο έπακρο τις φιλελεύθερες αρχές και την ανοχή των δημοκρατικών πολιτειών, ανέπτυξαν πρακτικές που ελάχιστη πλέον σχέση έχουν με την άσκηση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Ιδίως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, καλλιεργώντας τα συνδικάτα το μύθο ότι το επίπεδο της εργατικής τάξης βελτιώθηκε κυρίως λόγω της δράσης τους και των συλλογικών συμβάσεων, απέκτησαν προνόμια δυσαναλόγως σπουδαιότερα από την ουσιαστική αναγνώρισή τους από τους εργαζόμενους και αξίωσαν μονοπωλιακή θέση στην κοινωνία. Έτσι, ο «υπαρκτός συνδικαλισμός» έφθασε να αποτελεί το φόβητρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μαχόμενος τα δικαιώματα της ελεύθερης διακίνησης, της ελεύθερης έκφρασης και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και, όσο και εάν από πρώτη άποψη εκπλήσσει, τα δικαιώματα της ελευθερίας της εργασίας και του συνεταιρίζεσθαι, θετικής και αρνητικής.

Μολονότι λοιπόν ο βαθμός συνδικαλιστικοποίησης των εργαζόμενων μειώνεται και η ουσιαστική επιρροή των συνδικάτων στους μισθωτούς ελαχιστοποιείται (με εξαίρεση ίσως κάποιες χώρες του ευρωπαϊκού βορρά), ο «υπαρκτός συνδικαλισμός» συνεχίζει με τη χρήση εξαναγκασμού να διεκδικεί τη διατήρηση των προνομίων του. Φαίνεται μάλιστα αδύνατον να αποδεχθεί ότι, όπως οποιαδήποτε άλλη ομάδα συμφερόντων, έχει και υποχρεώσεις, και, επειδή ταυτίζει τα ιδιοτελή συμφέροντά του με το «κοινό καλό», δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με την ιδέα του σεβασμού του κοινωνικού συνόλου.

Ποιες λοιπόν σημερινές ανάγκες μπορεί να καλύψει στις προηγμένες βιομηχανικές χώρες ένα εργατικό δίκαιο που σχηματίστηκε στα πλαίσια αφενός μιας αγοράς εργασίας στην οποία κυριαρχούσε το μοντέλο της «πλήρους απασχόλησης» και οι full-time εργασιακές συμβάσεις αορίστου χρόνου και αφετέρου μορφές παραγωγής, οργάνωσης και διεύθυνσης της εργασίας τεϋλοριστικής έμπνευσης;

Η απάντηση είναι αυτονόητη. Από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Το ισχύον εργατικό δίκαιο κτίστηκε και εξελίχθηκε με βάση μια σχέση εργασία που λειτουργούσε κατά κανόνα στο πλαίσιο της μεγάλης οργανωτικά και παραγωγικά σταθερής (βιομηχανικής) επιχείρησης. Όμως, η εξέλιξη της οικονομίας, της τεχνολογίας, των επικοινωνιών, τα νέα χαρακτηριστικά της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, το άνοιγμα των συνόρων και η απελευθέρωση των συναλλαγών, επιδρούν στον κόσμο της εργασίας και προκαλούν ένα φαινόμενο εξατομικοποίησης και μια κρίση αντιπροσώπευσης. Στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις εκτίθενται πλέον πολύ σοβαρά στον διεθνή ανταγωνισμό και έχουν εισέλθει αποφασιστικά στο πλαίσιο του νέου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας. Σε μια τέτοια κατάσταση είναι πλέον αδύνατον να λειτουργήσουν τα καθιερωμένα εθνικά standars του εργατικού δικαίου, ενώ είναι την ίδια στιγμή είναι αμφίβολο εάν μπορούν να λειτουργήσουν τα αντίστοιχα διεθνή.

Ειδικότερα, οι νέες γενιές τεχνολογιών και οι μέθοδοι παραγωγής επιδ¬ρούν άμεσα στην παραγωγικότητα και μεταβάλουν ολοκληρωτικά τη ζήτηση εργασίας, υπό την έννοια ότι οι προσδοκίες και οι ανάγκες των επιχειρήσεων σε εργατικά χέρια αλλάζουν και αναζητούν πλέον ένα ευμετάβλητο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, που από πλευράς κατάρτισης, θα πρέπει να ακολουθεί τις συνεχείς εξελίξεις της τεχνολογίας. Αυτά οδηγούν στην ανάδυση μιας κοινωνίας βασισμένης στις γνώσεις, στις καταλληλότητες και στις διηνεκείς εξειδικεύσεις, ενώ οι επιχειρήσεις ακολουθούν νέες μορφές παραγωγής, οργάνωσης και διεύθυνσης της εργασίας (εγκατάλειψη των τεϋλοριστικών μεθόδων παραγωγής, αποκέντρωση λήψης αποφάσεων, μείωση ιεραρχικών επιπέδων και οριζόντια διάχυση των υπευθυνοτήτων οριζόντια, εγκατάλειψη διοικητικών ελέγχων υπέρ ενός συστήματος παρακινήσεων κ.ο.κ.), προσφεύγουν δε όλο και περισσότερο στην εξωτερίκευση υπηρεσιών (outsourcing, sous-traitance) εφαρμόζοντας την αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος: Κάθε επιχείρηση έχει συμφέρον να παράγει αυτό που ξέρει καλύτερα να στέλνει έξω από τις δομές της ή να αγοράζει τα υπόλοιπα.

Εξάλλου, τα νέα εργαλεία της πληροφορικής και των επικοινωνιών επιδρούν άμεσα ως καταλύτες στο πεδίο της οργάνωσης της εργασίας. Η τηλεματική δημιουργεί τις συνθήκες για την ανάπτυξη νέων μορφών εργασίας (εργασία με ευέλικτα ωράρια, μερική απασχόληση, εργασία του week-end, μερισμός της εργασίας, διαφοροποιημένα ωράρια, κινούμενη εργασία, εργασία από απόσταση, όπως τηλεργασία κ.ο.κ.).

Στις νέες λοιπόν συνθήκες, η πρότυπη μορφή σύμβασης εργασίας πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου, που εθεωρείτο η «πλατφόρμα» για τη ρύθμιση και για την υλοποίηση ενός δικτύου κοινωνικής ασφάλειας των εργαζομένων, έπαψε να αποτελεί πλέον τον κανόνα στην αγορά εργασίας και τείνει να καταστεί σταδιακά ένα περιθωριακό μοντέλο απασχόλησης , που δύσκολα συμβιβάζεται τόσο με τις ανάγκες των επιχειρήσεων όσο και με το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων.

Τι γίνεται λοιπόν με το «εργατικό δίκαιο» σήμερα και στο άμεσο μέλλον; Δυστυχώς, οι κρατούσες αντιλήψεις το κρατούν μακριά από την οικονομική και παραγωγική πραγματικότητα και από το γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ωστόσο, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια να συνεχίσει η Πολιτεία να «κωφεύει». Οι εξελίξεις και ραγδαία πορεία προς τη μετα-βιομηχανική εποχή, οδηγούν στην ανάγκη θεμελίωσης μιας νέας «κοινωνικής ρύθμισης», στην «αναρρύθμιση» ("rerégulation") του εργατικού δικαίου, στο σχηματισμό ενός «μετα-προστατευτικού» εργατικού δικαίου, έτσι ώστε να καταστεί συμβατό με τις σύγχρονες παραγωγικές δομές και τις νέες ανάγκες επιχειρήσεων και εργαζομένων, των οποίων τη διαφορετικότητα και την ανάγκη τους για αυτονομία θα πρέπει επίσης αρχίσει να λαμβάνεται υπόψη.

Είναι λοιπόν καιρός, νομικοί και νομοθέτες να προσαρμοστούν με μια κλασική αρχή της οικονομικής θεωρίας: ότι υπάρχει μια αδιαπραγμάτευτη συνεχής διαδικασία καταστροφής παλαιών θέσεων εργασίας και δημιουργίας νέων. Η δεσμευτική εργατική νομοθεσία βάζει προσκόμματα στην κινητικότητα των εργαζομένων από επάγγελμα σε επάγγελμα και από τόπο σε τόπο, που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ευκινησία και για τις δημιουργικές καταστροφές απασχολήσεων και δημιουργίας νέων. Οι επιχειρήσεις διστάζουν να προσλάβουν στο maximum των εκάστοτε εργασιακών αναγκών τους, ακριβώς γιατί φοβούνται ότι δεν μπορέσουν να μειώσουν το προσωπικό τους σε περίπτωση συγκυριακής επιδείνωσης της οικονομικής τους θέσης . Μελέτες έχουν δείξει ότι όσο πιο παρεμβατική νομοθεσία υπάρχει στο πεδίο των συλλογικών εργασιακών σχέσεων τόσο πιο ανεπίσημη οικονομία αναπτύσσεται και όσο πιο άκαμπτη νομοθεσία θεσπίζεται στο πεδίο της ατομικής σύμβασης εργασίας τόσο αυξάνεται η ανεργία, ιδίως στους νέους . Άλλωστε, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι άκαμπτες ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου επηρεάζουν άμεσα τις ξένες επενδύσεις και οδηγούν σε μια «σκληρωτική αγορά εργασίας». Είναι προφανές ότι η εργατική νομοθεσία επηρεάζει την μεταβλητότητα των αποδόσεων των ξένων επενδύσεων, επιδρώντας στην ικανότητα των επιχειρήσεων να ανταποκρίνονται στους κλυδωνισμούς της προσφοράς και της ζήτησης, ιδίως στις επιχειρήσεις έντασης εργασίας. Για το λόγο αυτό, η ακαμψία της αγοράς εργασίας σε μία χώρα αποτελεί έναν βασικό λόγο μεταφοράς των επιχειρήσεων σε άλλες χώρες . Πρέπει λοιπόν επιτέλους να αναγνωρίσουμε ότι ένα σύγχρονο εργατικό δίκαιο πρέπει να συμμετέχει στην πολιτική οικονομία, αφού όλες οι σοβαρές μελέτες διαπιστώνουν μια ισχυρή σχέση μεταξύ εργατικού δικαίου και οικονομικής ανάπτυξης.

Η αρχαϊκή λειτουργία του εργατικού δικαίου, δηλαδή η διόρθωση της ανισότητας στη σχέση μισθωτού και εργοδότη, δεν μπορεί να προβάλλεται εσαεί ως άλλοθι για την αδιαφορία των νομοθετών απέναντι στις εξελίξεις που επιτελούνται στην οικονομία και στην κοινωνία. Κάθε είδους εργασιακής ρύθμισης, είτε στο επίπεδο της σύμβασης εργασίας, είτε στο επίπεδο των συλλογικών εργασιακών σχέσεων, είτε, τέλος, στο επίπεδο των διάφορων υποστηρικτικών πολιτικών του κράτους (ανεργία, κοινωνικής ασφάλεια κ.λπ.) θα πρέπει δικαιολογείται από οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής σκοπιάς) . Ειδικότερα, πρέπει να εξετασθεί σοβαρά το ζήτημα του εύρους της επίδρασης των συλλογικών συμβάσεων στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθούν  ρυθμίσεις και θεσμοί (π.χ. υποχρεωτική διαιτησία) που οδηγούν στην άμεση ή έμμεση αυτόματη αύξηση των κατώτερων αποδοχών των εργαζομένων και καμία νομική ρύθμιση δεν πρέπει να οδηγεί στην αύξηση των αποδοχών γρηγορότερα από την αύξηση της παραγωγικότητας . «Μετα-προστατευτικό» εργατικό δίκαιο σημαίνει ότι θα πρέπει να συμφιλιωθεί η ιδέα της εργατικής προστασίας με την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας.

Τέλος, οι νέες συνθήκες αξιώνουν την καθιέρωση ενός νέου τύπου διαλόγου και επικοινωνίας μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Από την πλευρά τους οι εργαζόμενοι, αξιοποιώντας την πραγματική ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, πρέπει να επεξεργαστούν νέες μορφές «εκπροσωπήσεων», δίνοντας έμφαση στις  ελεύθερες «συνεργατικές» (co-operatives) μορφές παρέμβασης, που δεν θα προωθούν αλλότριους ιδεολογικούς και πολιτικούς στόχους, ούτε θα ασκούν εξαναγκαστικές μεθόδους στην κοινωνία και στους υπόλοιπους εργαζόμενους.

 

Επικοινωνία

Email:
Θέμα:
Μήνυμα: